Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νεοπλασματικός νεοπλασματική νεοπλασματικό
γενική νεοπλασματικού νεοπλασματικής νεοπλασματικού
αιτιατική νεοπλασματικό νεοπλασματική νεοπλασματικό
κλητική νεοπλασματικέ νεοπλασματική νεοπλασματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νεοπλασματικοί νεοπλασματικές νεοπλασματικά
γενική νεοπλασματικών νεοπλασματικών νεοπλασματικών
αιτιατική νεοπλασματικούς νεοπλασματικές νεοπλασματικά
κλητική νεοπλασματικοί νεοπλασματικές νεοπλασματικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεοπλασματικός < νεόπλασμα + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νεοπλασματικός -ή -ό

  1. που αναφέρεται σε νεόπλασμα (όγκο)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία