Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ναύφθορος τὸ ναύφθορον οἱ, αἱ ναύφθοροι τὰ ναύφθορα
Γενική τοῦ, τῆς ναυφθόρου τοῦ ναυφθόρου τῶν ναυφθόρων τῶν ναυφθόρων
Δοτική τῷ, τῇ ναυφθόρῳ τῷ ναυφθόρῳ τοῖς, ταῖς ναυφθόροις τοῖς ναυφθόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν ναύφθορον τὸ ναύφθορον τοὺς, τὰς ναυφθόρους τὰ ναύφθορα
Κλητική ναύφθορε ναύφθορον ναύφθοροι ναύφθορα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ναυφθόρω
Γενική-Δοτική ναυφθόροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναύφθορος < ναῦς και φθείρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ναύφθορος, -ος, -ον

  1. αυτός που έχει υποστεί φθορά, καταστροφή από πλοίο
  2. ο σχετικός με ναυαγό, ή ναυάγιο