↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ναπολεόντειος η ναπολεόντειος
ναπολεόντεια
το ναπολεόντειο
      γενική του ναπολεόντειου της ναπολεόντειου
ναπολεόντειας
του ναπολεόντειου
    αιτιατική τον ναπολεόντειο τη ναπολεόντειο
ναπολεόντεια
το ναπολεόντειο
     κλητική ναπολεόντειε ναπολεόντειε
ναπολεόντεια
ναπολεόντειο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ναπολεόντειοι οι ναπολεόντειοι
ναπολεόντειες
τα ναπολεόντεια
      γενική των ναπολεόντειων των ναπολεόντειων των ναπολεόντειων
    αιτιατική τους ναπολεόντειους τις ναπολεόντειους
ναπολεόντειες
τα ναπολεόντεια
     κλητική ναπολεόντειοι ναπολεόντειοι
ναπολεόντειες
ναπολεόντεια
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ναπολεόντειος < Ναπολέων (Ναπολέοντ(ος)) + -ειος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /na.po.leˈon.di.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: να‐πο‐λε‐ό‐ντει‐ος

  Επίθετο

επεξεργασία

ναπολεόντειος -ος/-α, -ο

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία