Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μυκηναιόφωνος η μυκηναιόφωνη το μυκηναιόφωνο
      γενική του μυκηναιόφωνου της μυκηναιόφωνης του μυκηναιόφωνου
    αιτιατική τον μυκηναιόφωνο τη μυκηναιόφωνη το μυκηναιόφωνο
     κλητική μυκηναιόφωνε μυκηναιόφωνη μυκηναιόφωνο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μυκηναιόφωνοι οι μυκηναιόφωνες τα μυκηναιόφωνα
      γενική των μυκηναιόφωνων των μυκηναιόφωνων των μυκηναιόφωνων
    αιτιατική τους μυκηναιόφωνους τις μυκηναιόφωνες τα μυκηναιόφωνα
     κλητική μυκηναιόφωνοι μυκηναιόφωνες μυκηναιόφωνα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυκηναιόφωνος (νεολογισμός) < αρχαία ελληνική Μυκῆναι (Μυκήνες), μυκηναϊ(κός)(Χρειάζεται τεκμηρίωση…) + -ό- + -φωνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mi.ci.neˈo.fo.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μυ‐κη‐ναι‐ό‐φω‐νος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μυκηναιόφωνος, -η, -ο

  • (γλωσσολογία) που μιλά τη μυκηναϊκή διάλεκτο
    ※  [...] ενώ άλλες διάλεκτοι διατηρούν το ti κατά την πρώτη χιλιετία. Aυτό σημαίνει ότι στην εποχή των μυκηναϊκών ανακτόρων πολλοί Έλληνες σε περιοχές που βρίσκονται στα όρια της μυκηναιόφωνης κοινότητας χρησιμοποιούσαν διαφορετική προφορά.
    Hodot, René (1942-) (2000). Aρχαίες ελληνικές διάλεκτοι και νεοελληνικές διάλεκτοι. @greek‑language.gr Στο Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της, επιμέλεια Αναστάσιος-Φοίβος Χριστίδης et al., σελ. 29-34. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ & Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2000. Μετάφραση από τα γαλλικά: Ελένη Μπακαγιάννη.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία