Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μελανηφόρος μελανηφόρα μελανηφόρο
γενική μελανηφόρου μελανηφόρας μελανηφόρου
αιτιατική μελανηφόρο μελανηφόρα μελανηφόρο
κλητική μελανηφόρε μελανηφόρα μελανηφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελανηφόροι μελανηφόρες μελανηφόρα
γενική μελανηφόρων μελανηφόρων μελανηφόρων
αιτιατική μελανηφόρους μελανηφόρες μελανηφόρα
κλητική μελανηφόροι μελανηφόρες μελανηφόρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελανηφόρος < ελληνιστική κοινή μελανηφόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελανηφόρος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία