Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρτυράω < ασυναίρετος τύπος του μαρτυρώ < αρχαία ελληνική μαρτυρέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαρτυράω

  1. είμαι μαρτυριάρης, λέω ένα μυστικό που μου έχουν εμπιστευθεί ή που το έχω αντιληφυεί με άλλο τρόπο
  2. υποφέρω
  3. για τις καταθέσεις σε δικαστήρια δόκιμο είναι το συνηρημένο μαρτυρώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία