Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μαγευτικός η μαγευτική το μαγευτικό
      γενική του μαγευτικού της μαγευτικής του μαγευτικού
    αιτιατική τον μαγευτικό τη μαγευτική το μαγευτικό
     κλητική μαγευτικέ μαγευτική μαγευτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μαγευτικοί οι μαγευτικές τα μαγευτικά
      γενική των μαγευτικών των μαγευτικών των μαγευτικών
    αιτιατική τους μαγευτικούς τις μαγευτικές τα μαγευτικά
     κλητική μαγευτικοί μαγευτικές μαγευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαγευτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μαγεύω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαγευτικός, -ή, -ό

  1. (για στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος) που μαγεύει με την ομορφιά του
    μαγευτική νύχτα, μαγευτικό τοπίο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία