Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μίσθιος μίσθια μίσθιο
γενική μίσθιου μίσθιας μίσθιου
αιτιατική μίσθιο μίσθια μίσθιο
κλητική μίσθιε μίσθια μίσθιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μίσθιοι μίσθιες μίσθια
γενική μίσθιων μίσθιων μίσθιων
αιτιατική μίσθιους μίσθιες μίσθια
κλητική μίσθιοι μίσθιες μίσθια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μίσθιος < αρχαία ελληνική μίσθιος < μισθός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μίσθιος, -α, -ο

  1. που μισθώνεται με σύμβαση από έναν συμβαλλόμενο, τον εκμισθωτή, προς έναν άλλο συμβαλλόμενο, τον μισθωτή
    • που προσφέρεται έναντι μισθού
      Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα (Κ. Καρυωτάκης)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία