Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λευτεριά < μεσαιωνική ελληνική λευτεριά < αρχαία ελληνική ἐλευθερία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λευτεριά θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • καλή λευτεριά: ευχή σε εγκύους να έχουν καλή γέννα ή σε φυλακισμένους/σκλαβωμένους να (απ)ελευθερωθούν σύντομα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία