Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαογραφία οι λαογραφίες
      γενική της λαογραφίας των λαογραφιών
    αιτιατική τη λαογραφία τις λαογραφίες
     κλητική λαογραφία λαογραφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαογραφία < ελληνιστική κοινή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαογραφία θηλυκό

  1. η επιστημονική μελέτη του λαϊκού παραδοσιακού πολιτισμού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία