Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουτάκι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουτάκι ουδέτερο

  1. μικρό κουτί
  2. διακοσμητικό κουτάκι (κάποιες φορές μη λειτουργικό/χρηστικό)
  3. αναψυκτικού (συνήθως αλουμινίου)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία