Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
      γενική του αναψυκτικού των αναψυκτικών
    αιτιατική το αναψυκτικό τα αναψυκτικά
     κλητική αναψυκτικό αναψυκτικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναψυκτικό < αναψυκτικός < αναψύχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναψυκτικό ουδέτερο

  • Ποτό χωρίς αλκοόλ, αεριούχο ή μη, που πίνεται συνήθως δροσερό π.χ. γκαζόζα, πορτοκαλάδα
  1. να σας προσφέρω ένα κρύο αναψυκτικό;

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία