Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κοντούλης κοντούλα κοντούλικο
γενική κοντούλη κοντούλας κοντούλικου
αιτιατική κοντούλη κοντούλα κοντούλικο
κλητική κοντούλη κοντούλα κοντούλικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοντούληδες κοντούλες κοντούλικα
γενική κοντούληδων (κοντούλων) κοντούλικων
αιτιατική κοντούληδες κοντούλες κοντούλικα
κλητική κοντούληδες κοντούλες κοντούλικα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντούλης < κοντός + κατάληξη υποκοριστικού -ούλης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοντούλης αρσενικό

  1. ο ιδιαίτερα κοντός
  2. χαϊδευτικά ο κοντός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία