Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κιβωτιόσχημος κιβωτιόσχημη κιβωτιόσχημο
γενική κιβωτιόσχημου κιβωτιόσχημης κιβωτιόσχημου
αιτιατική κιβωτιόσχημο κιβωτιόσχημη κιβωτιόσχημο
κλητική κιβωτιόσχημε κιβωτιόσχημη κιβωτιόσχημο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κιβωτιόσχημοι κιβωτιόσχημες κιβωτιόσχημα
γενική κιβωτιόσχημων κιβωτιόσχημων κιβωτιόσχημων
αιτιατική κιβωτιόσχημους κιβωτιόσχημες κιβωτιόσχημα
κλητική κιβωτιόσχημοι κιβωτιόσχημες κιβωτιόσχημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κιβωτιόσχημος < κιβώτιο + -ο- + -σχημος (< σχήμα)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κιβωτιόσχημος, -η, -ο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • (αρχαιολογία) κιβωτιόσχημος τάφος
    • Στις 22 Μαρτίου του 1959 στον Κερασώνα του Νομού Πρέβεζας βρέθηκε τυχαία ένας κιβωτιόσχημος τάφος, πλούσια κτερισμένος. (*)
    • Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι είναι λάκκοι σκαμμένοι στο χώμα ή σε μαλακό βράχο που φέρουν εσωτερική επένδυση από λίθινες ή πλίνθινες πλάκες. Το σχήμα τους είναι συνήθως ορθογώνιο αλλά μερικές φορές και ασύμμετρο τετράπλευρο, ενώ το μέγεθός τους ποικίλλει ανάλογα με το ύψος του νεκρού. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία