Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεραμική< αρχαία ελληνική κεραμική< θηλυκό του επιθέτου κεραμικός ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεραμική θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. τέχνη κατασκευής κεραμικών

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κεραμική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία