Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταπολεμημένος η καταπολεμημένη το καταπολεμημένο
      γενική του καταπολεμημένου της καταπολεμημένης του καταπολεμημένου
    αιτιατική τον καταπολεμημένο την καταπολεμημένη το καταπολεμημένο
     κλητική καταπολεμημένε καταπολεμημένη καταπολεμημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταπολεμημένοι οι καταπολεμημένες τα καταπολεμημένα
      γενική των καταπολεμημένων των καταπολεμημένων των καταπολεμημένων
    αιτιατική τους καταπολεμημένους τις καταπολεμημένες τα καταπολεμημένα
     κλητική καταπολεμημένοι καταπολεμημένες καταπολεμημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

καταπολεμημένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία