Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καρδιοκατακτητής οι καρδιοκατακτητές
      γενική του καρδιοκατακτητή των καρδιοκατακτητών
    αιτιατική τον καρδιοκατακτητή τους καρδιοκατακτητές
     κλητική καρδιοκατακτητή καρδιοκατακτητές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιοκατακτητής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρδιοκατακτητής αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία