Δείτε επίσης: καρδιοκατακτητής

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καρδιοκλέφτης οι καρδιοκλέφτες
      γενική του καρδιοκλέφτη των καρδιοκλεφτών
    αιτιατική τον καρδιοκλέφτη τους καρδιοκλέφτες
     κλητική καρδιοκλέφτη καρδιοκλέφτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιοκλέφτης < καρδιά + -ο- + κλέφτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρδιοκλέφτης αρσενικό (θηλυκό: καρδιοκλέφτρα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία