Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καραμπογιά οι καραμπογιές
      γενική της καραμπογιάς των καραμπογιών
    αιτιατική την καραμπογιά τις καραμπογιές
     κλητική καραμπογιά καραμπογιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καραμπογιά < τουρκική karaboya < καρα- (kara) + μπογιά (boya)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καραμπογιά θηλυκό

  1. θειικό υποξείδιο του σιδήρου, που χρησιμοποιείται για να βάψουμε κάτι μαύρο
  2. μαύρη μπογιά, μαύρη βαφή ή γενικά οτιδήποτε είναι βαμμένο μαύρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία