Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακαόδεντρο κακαόδεντρα
γενική κακαόδεντρου κακαόδεντρων
αιτιατική κακαόδεντρο κακαόδεντρα
κλητική κακαόδεντρο κακαόδεντρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακαόδεντρο < κακάο + -ο- + δέντρο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ka.ˈɔ.ðεn.dɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κακαόδεντρο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία