Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάππαρη < αρχαία ελληνική κάππαρις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάππαρη θηλυκό

  1. (βοτανική) (γαστρονομία) είδος θάμνου και ο καρπός του που χρησιμοποιείται στη μαγειρική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία