Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κάμποσος κάμποση κάμποσο
γενική κάμποσου κάμποσης κάμποσου
αιτιατική κάμποσο κάμποση κάμποσο
κλητική κάμποσε κάμποση κάμποσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κάμποσοι κάμποσες κάμποσα
γενική κάμποσων κάμποσων κάμποσων
αιτιατική κάμποσους κάμποσες κάμποσα
κλητική κάμποσοι κάμποσες κάμποσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμποσος < μεσαιωνική ελληνική καμπόσος < αρχαία ελληνική κἄν + πόσος [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ka.mbɔ.sɔs/

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

κάμποσος, -η, -ο

  1. που έχει αρκετή, ικανοποιητική ποσότητα
      συνώνυμα: αρκετός
  2. όταν έχουμε ένα ποσό που δεν λέμε πόσο είναι ή που δεν λέμε πόσο θέλουμε

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.