Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμπιγκ < αγγλική camping < camp < μέση αγγλική camp (πεδίο μάχης, ανοικτό πεδίο) < αγγλοσαξονικά camp < πρωτογερμανικά *kampą < λατινική campus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kamp- (κάμπτω, λυγίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkam.piŋɟ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμπιγκ ουδέτερο άκλιτο

  1. ειδικός χώρος με διάφορες εγκαταστάσεις (τουαλέτες κ.λπ.), όπου μπορεί κάποιος να στήσει μια σκηνή και να κατασκηνώσει ή να παρκάρει το τροχόσπιτο
  2. τρόπος διακοπών ή διαβίωσης σε σκηνή ή τροχόσπιτο

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία