Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ημιαμινάλη οι ημιαμινάλες
      γενική της ημιαμινάλης των ημιαμιναλών
    αιτιατική την ημιαμινάλη τις ημιαμινάλες
     κλητική ημιαμινάλη ημιαμινάλες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ημιαμινάλη < (λόγιο δάνειο) αγγλική hemiaminal(Χρειάζεται τεκμηρίωση…). Μορφολογικά, ημι- + αμινάλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.mi.aˈmi.na.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: η‐μι‐α‐μι‐νά‐λη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ημιαμινάλη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία