Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ηθογραφικός ηθογραφική ηθογραφικό
γενική ηθογραφικού ηθογραφικής ηθογραφικού
αιτιατική ηθογραφικό ηθογραφική ηθογραφικό
κλητική ηθογραφικέ ηθογραφική ηθογραφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηθογραφικοί ηθογραφικές ηθογραφικά
γενική ηθογραφικών ηθογραφικών ηθογραφικών
αιτιατική ηθογραφικούς ηθογραφικές ηθογραφικά
κλητική ηθογραφικοί ηθογραφικές ηθογραφικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηθογραφικός < ηθογραφία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηθογραφικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ηθογραφία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία