Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηδονισμός ηδονισμοί
γενική ηδονισμού ηδονισμών
αιτιατική ηδονισμό ηδονισμούς
κλητική ηδονισμέ ηδονισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηδονισμός < ηδονή + -ισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ηδονισμός αρσενικό

  1. ενέργεια με αυτοσκοπό την επίτευξη ηδονής
  2. (μεταφορικά) κραιπάλη
  3. (φιλοσοφία) ηδονισμός:
    1. αναγνώριση της ηδονής ως υπέρτατου σκοπού
    2. Πρότυπο:μει επιλογή φιλοσοφικών ερμηνειών βάση παγιωμένων συμβάσεων που δεν ταράζουν το άτομο ή την κοινωνία, μη αναζήτηση της αλήθειας και βόλεμα σε ευχάριστες ιδέες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία