Δείτε επίσης: ἐύζωνος, ἐΰζωνος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὔζωνος τὸ εὔζωνον
      γενική τοῦ/τῆς εὐζώνου τοῦ εὐζώνου
      δοτική τῷ/τῇ εὐζών τῷ εὐζών
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔζωνον τὸ εὔζωνον
     κλητική ! εὔζωνε εὔζωνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔζωνοι τὰ εὔζων
      γενική τῶν εὐζώνων τῶν εὐζώνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐζώνοις τοῖς εὐζώνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐζώνους τὰ εὔζων
     κλητική ! εὔζωνοι εὔζων
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐζώνω τὼ εὐζώνω
      γεν-δοτ τοῖν εὐζώνοιν τοῖν εὐζώνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὔζωνος < (εὖ) εὔ- + ζών(η) + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὔζωνος, -ος, -ον συνήθως για θηλυκά)

  1. (αρχική σημασία) καλοζωσμένος (ιδίως για γυναίκες με όμορφη και λεπτή μέση)
    άλλες μορφές: ἐΰζωνος επικός τύπος
  2. (στρατιωτικός όρος) άντρες ευκίνητοι, με ελαφρύ οπλισμό (σε αντίθεση με τους οπλίτες)
    και στην καθαρεύουσα: εὔζωνος (ο εύζωνος)
  3. (ελληνιστική σημασία) καλά εξοπλισμένος

  ΠηγέςΕπεξεργασία