Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευρυγώνιος η ευρυγώνια το ευρυγώνιο
      γενική του ευρυγώνιου της ευρυγώνιας του ευρυγώνιου
    αιτιατική τον ευρυγώνιο την ευρυγώνια το ευρυγώνιο
     κλητική ευρυγώνιε ευρυγώνια ευρυγώνιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευρυγώνιοι οι ευρυγώνιες τα ευρυγώνια
      γενική των ευρυγώνιων των ευρυγώνιων των ευρυγώνιων
    αιτιατική τους ευρυγώνιους τις ευρυγώνιες τα ευρυγώνια
     κλητική ευρυγώνιοι ευρυγώνιες ευρυγώνια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευρυγώνιος < (μεταφραστικό δάνειο) από το γερμανικό weitwinkel ή το γαλλικό grand-angulaire

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευρυγώνιος , -α, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία