Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετερομεταγλωττιστής < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cross compiler

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ετερομεταγλωττιστής αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία