Δείτε επίσης: ἑσμός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εσμός οι εσμοί
      γενική του εσμού των εσμών
    αιτιατική τον εσμό τους εσμούς
     κλητική εσμέ εσμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εσμός < αρχαία ελληνική ἑσμός < ἕζομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εσμός αρσενικό

  1. (λόγιο) μεγάλη συγκέντρωση, μεγάλο πλήθος ατόμων του ιδίου είδους
     συνώνυμα: πλήθος, σμάρι, σμήνος
    εσμός σφηκών
  2. (μειωτικό), (κακόσημο) χαρακτηρισμός ενός συνόλου προσώπων
     συνώνυμα: συρφετός, τσογλαναρία
    εσμός αυλοκολάκων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία