Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επιψευδαργυρωμένος επιψευδαργυρωμένη επιψευδαργυρωμένο
γενική επιψευδαργυρωμένου επιψευδαργυρωμένης επιψευδαργυρωμένου
αιτιατική επιψευδαργυρωμένο επιψευδαργυρωμένη επιψευδαργυρωμένο
κλητική επιψευδαργυρωμένε επιψευδαργυρωμένη επιψευδαργυρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιψευδαργυρωμένοι επιψευδαργυρωμένες επιψευδαργυρωμένα
γενική επιψευδαργυρωμένων επιψευδαργυρωμένων επιψευδαργυρωμένων
αιτιατική επιψευδαργυρωμένους επιψευδαργυρωμένες επιψευδαργυρωμένα
κλητική επιψευδαργυρωμένοι επιψευδαργυρωμένες επιψευδαργυρωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιψευδαργυρωμένος < επι- + ψευδαργυρωμένος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

επιψευδαργυρωμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία