↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επιθήλιο τα επιθήλια
      γενική του επιθηλίου
επιθήλιου
των επιθηλίων
    αιτιατική το επιθήλιο τα επιθήλια
     κλητική επιθήλιο επιθήλια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
επιθήλιο < νεολατινική epithelium < αρχαία ελληνική ἐπί + θηλή

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

επιθήλιο ουδέτερο

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία