Δείτε επίσης: επιδοματικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η επιδοματούχος οι επιδοματούχοι
      γενική του/της επιδοματούχου των επιδοματούχων
    αιτιατική τον/την επιδοματούχο τους/τις επιδοματούχους
     κλητική επιδοματούχε επιδοματούχοι
όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδοματούχος < επιδόματ(ος) + -ούχος (< αρχαία ελληνική ἔχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιδοματούχος αρσενικό ή θηλυκό

  • που λαμβάνει κάποιο επίδομα
    ※  Δεκάδες άτομα που λάμβαναν παράνομα επίδομα τυφλότητας εντόπισαν στα Δωδεκάνησα οι επανέλεγχοι που διενεργήθηκαν από τις Υγειονομικές Επιτροπές. Οι έλεγχοι έγιναν στην Κάλυμνο για επιδοματούχους των περιοχών Καλύμνου, Λέρου, Αστυπάλαιας, Πάτμου και Λειψών, και στη Ρόδο. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία