Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εννεαπλός η εννεαπλή το εννεαπλό
      γενική του εννεαπλού της εννεαπλής του εννεαπλού
    αιτιατική τον εννεαπλό την εννεαπλή το εννεαπλό
     κλητική εννεαπλέ εννεαπλή εννεαπλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εννεαπλοί οι εννεαπλές τα εννεαπλά
      γενική των εννεαπλών των εννεαπλών των εννεαπλών
    αιτιατική τους εννεαπλούς τις εννεαπλές τα εννεαπλά
     κλητική εννεαπλοί εννεαπλές εννεαπλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εννεαπλός < εννέα + -πλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εννεαπλός, -ή, -ό

  1. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
    1. που αποτελείται από εννέα όμοια τμήματα ή φάσεις
    2. που εμφανίζεται με εννέα διαφορετικές μορφές
  2. εννεαπλάσιος