Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενδοχώρα ενδοχώρες
γενική ενδοχώρας ενδοχωρών
αιτιατική ενδοχώρα ενδοχώρες
κλητική ενδοχώρα ενδοχώρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδοχώρα < γερμανική Hinterland < hinter (πίσω) + Land (χώρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενδοχώρα θηλυκό

  1. (γεωγραφία) περιοχή που βρίσκεται πίσω από την ακτή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία