Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εμμηνόπαυση οι εμμηνοπαύσεις
      γενική της εμμηνόπαυσης
& εμμηνοπαύσεως
των εμμηνοπαύσεων
    αιτιατική την εμμηνόπαυση τις εμμηνοπαύσεις
     κλητική εμμηνόπαυση εμμηνοπαύσεις
Ο πληθυντικός σπάνιος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμμηνόπαυση, λόγια λέξη < (καθαρεύουσα) εμμηνόπαυσις < ἔμμηνα + παύσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εμμηνόπαυση θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξεις=Επεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία