Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκπόνηση οι εκπονήσεις
      γενική της εκπόνησης
εκπονήσεως*
των εκπονήσεων
    αιτιατική την εκπόνηση τις εκπονήσεις
     κλητική εκπόνηση εκπονήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκπόνηση < (καθαρεύουσα) εκπόνησις < εκπονώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκπόνηση θηλυκό


Συνώνυμα

πραγματοποίηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία