Δείτε επίσης: ειδώλιο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εδώλιο τα εδώλια
      γενική του εδωλίου των εδωλίων
    αιτιατική το εδώλιο τα εδώλια
     κλητική εδώλιο εδώλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εδώλιο < αρχαία ελληνική ἑδώλιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εδώλιο ουδέτερο

  1. το κάθισμα
  2. (ειδικότερα) το κάθισμα του κατηγορουμένου σε μια δίκη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία