Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκιβωτίζω < (εν-) εγ- + κιβώτιο + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εγκιβωτίζω, αόρ.: εγκιβώτισα, παθ.φωνή: εγκιβωτίζομαι, π.αόρ.: εγκιβωτίστηκα, μτχ.π.π.: εγκιβωτισμένος

  1. κλείνω σ’ ένα κιβώτιο
     συνώνυμα: αμπαλάρω, πακετάρω, συσκευάζω
  2. (λογοτεχνία) περικλείω μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη
    ※  Με φόντο τον ήχο του οικείου και του αγνώστου η ποιήτρια ανακαλεί γνώριμες εικόνες και παιδικούς εφιάλτες, εγκιβωτίζει ιστορίες και κάνει προσεκτικούς χειρισμούς όταν εμβολιάζει τον λόγο της με απόηχους αναγνώσεων. (* εφημερίδα Καθημερινή)
  3. (μηχανική)
    1. περιφράσσω υδατοστεγώς (προσωρινά) κάποιο χώρο μέσα σε υδάτινο περιβάλλον (ποτάμι, λίμνη...), προκειμένου να φτιαχτούν οι βάσεις μιας υπερκείμενης κατασκευής (γέφυρα κ.λπ.)
       συνώνυμα: κασονιάζω
    2. περικλείω κάτι μέσα σε κιβωτιόσχημη κατασκευή
      ※  Έντονος είναι ο προβληματισμός για τη συγκέντρωση υδάτων σε δύο μικρά ποτάμια, τα οποία περνούν από το κέντρο του χωριού. Το ένα το έχουμε εγκιβωτίσει αλλά αποκλείεται να χωρέσει τα νερά και πολύ φοβάμαι ότι θα υπερχειλίσει. (* εφημερίδα Καθημερινή)
  4. (αρχιτεκτονική) περικλείω μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε μια άλλη
    ※  Η μικρή κλίση πετυχαίνει δύο βασικούς στόχους της προμελέτης: το τέλος του περιπάτου αποκαλύπτει ένα θεαματικό belvedere προς τη θάλασσα και εγκιβωτίζει σημαντικό μέρος του κτιριακού όγκου κάτω από το πάρκο. (* εφημερίδα Καθημερινή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία