Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εγκιβωτισμός οι εγκιβωτισμοί
      γενική του εγκιβωτισμού των εγκιβωτισμών
    αιτιατική τον εγκιβωτισμό τους εγκιβωτισμούς
     κλητική εγκιβωτισμέ εγκιβωτισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκιβωτισμός < εγκιβωτίζω εγ-κιβωτισ- + -μός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκιβωτισμός αρσενικό

  1. η τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα σε ένα κιβώτιο - κουτί, η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο συσκευάζεται για να αποσταλεί στον παραλήπτη
  2. (φιλολογία) η αφηγηματική τεχνική κατά την οποία μία αφήγηση εμπεριέχει μία άλλη ως διακριτό τμήμα της
    στην ομηρική Οδύσσεια, η τριτοπρόσωπη αφήγηση των περιπετειών του Οδυσσέα, από το νησί της Καλυψώς μέχρι την επιστροφή του στην Ιθάκη, περιέχει ως εγκιβωτισμό την εξιστόρηση όλων των προηγούμενων ταξιδιών του από τον ίδιο τον ήρωα, όταν αυτός βρίσκεται στο νησί των Φαιάκων.
  3. (τεχνολογία) τεχνική για τη θεμελίωση κατασκευών μέσα στο νερό. Πρώτα απομονώνεται μια έκταση του πυθμένα με υδατοστεγή φράγματα και κατόπιν αντλείται το νερό από την εγκιβωτισμένη περιοχή, ώστε να μπορούν να συνεχιστούν εκεί οι εργασίες θεμελίωσης του έργου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία