ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
δυσμηνῐδ-
ονομαστική / δύσμηνῐς τὸ δύσμηνῐ
      γενική τοῦ/τῆς δυσμήνῐδος τοῦ δυσμήνῐδος
      δοτική τῷ/τῇ δυσμήνῐδ τῷ δυσμήνῐδ
    αιτιατική τὸν/τὴν δύσμηνιν τὸ δύσμηνῐ
     κλητική ! δύσμηνῐς 
ή δύσμηνῐ*
δύσμηνῐ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δυσμήνῐδες τὰ δυσμήνῐδ
      γενική τῶν δυσμηνῐ́δων τῶν δυσμηνῐ́δων
      δοτική τοῖς/ταῖς δύσμηνῐσῐ(ν) τοῖς δύσμηνῐσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς δυσμήνῐδᾰς τὰ δυσμήνῐδ
     κλητική ! δυσμήνῐδες δυσμήνιδ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δυσμήνῐδε τὼ δυσμήνῐδε
      γεν-δοτ τοῖν δυσμηνῐ́δοιν τοῖν δυσμηνῐ́δοιν
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, §292, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'εὔελπις' όπως «εὔελπις» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
δύσμηνις < δύσ- + μηνις (μῆνις)

  Επίθετο

επεξεργασία

δύσμηνις, -ις, -ι