↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δουλεμπορικό τα δουλεμπορικά
      γενική του δουλεμπορικού των δουλεμπορικών
    αιτιατική το δουλεμπορικό τα δουλεμπορικά
     κλητική δουλεμπορικό δουλεμπορικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
δουλεμπορικό < ουδέτερο του δουλεμπορικός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

δουλεμπορικό ουδέτερο

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

δουλεμπορικό