Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γνέψιμο γνεψίματα
γενική γνεψίματος γνεψιμάτων
αιτιατική γνέψιμο γνεψίματα
κλητική γνέψιμο γνεψίματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γνέψιμο < γνέφω + -ιμο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γνέψιμο ουδέτερο

  1. κίνηση του χεριού ή του κεφαλιού με την οποία απευθυνόμαστε σε κάποιον, συχνά για να τον καλέσουμε κοντά μας ή να του δώσουμε ένα άλλο μήνυμα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία