Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nod (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

nod (en)

  1. γνέφω με το κεφάλι
  2. γέρνω το κεφάλι από τη νύστα