Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γατόψαρο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γατόψαρο ουδέτερο

  1. (ιχθυολογία) ψάρι γλυκού νερού της βόρειας Αμερικής (ΗΠΑ και Καναδά)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία