Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βιτριολισμός οι βιτριολισμοί
      γενική του βιτριολισμού των βιτριολισμών
    αιτιατική τον βιτριολισμό τους βιτριολισμούς
     κλητική βιτριολισμέ βιτριολισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιτριολισμός < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vitriolisation. Για την επίθεση με βιτριόλι, απόδοση για την αγγλική acid attack. Αντίστοιχο του: βιτριόλ(ι) + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βιτριολισμός αρσενικό

  1. επίθεση με ρίψη βιτριολιού
  2. (χημεία) σχηματισμός βιτριολιού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία