Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρύτατος < αρχαία ελληνική , υπερθετικός βαθμός του βαρύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαρύτατος

  1. πολύ βαρύς, πολύ αρνητικός, πολύ σοβαρός ως προς τη σημασία και / ή τις επιπτώσεις του
    βαρύτατες κυρώσεις, βαρύτατες συνέπειες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία