Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθμούχος < βαθμοῦχος < βαθμός + ἔχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθμούχος, ος, ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία