Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαθμοφόρος οι βαθμοφόροι
      γενική του βαθμοφόρου των βαθμοφόρων
    αιτιατική τον βαθμοφόρο τους βαθμοφόρους
     κλητική βαθμοφόρε βαθμοφόροι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθμοφόρος < βαθμός + -φόρος (< φέρω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαθμοφόρος αρσενικό

  • στον στρατό, αυτός που φέρει βαθμό ανώτερο του στρατιώτη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία