Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυστραλοπίθηκος αυστραλοπίθηκοι
γενική αυστραλοπιθήκου
& αυστραλοπίθηκου
αυστραλοπιθήκων
& αυστραλοπίθηκων
αιτιατική αυστραλοπίθηκο αυστραλοπιθήκους
& αυστραλοπίθηκους
κλητική αυστραλοπίθηκε αυστραλοπίθηκοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυστραλοπίθηκος < Australopithecus < λατινικό australis(νότιος) - επειδή βρέθηκε για πρώτη φορά στην Νότιο Αφρική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυστραλοπίθηκος αρσενικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία